Σόφκα

Σόφκα στα μακεδονικά σημαίνει Σοφούλα, είναι το υποκοριστικό του ονόματος Σοφία. Τάτκο στα μακεδονικά σημαίνει μπαμπάς (πατέρας). Κατά συνέπεια «ΣΟΦΚΑ ΝΑ ΤΑΤΚΟ» σημαίνει, στην κυριολεξία, «Σοφούλα του μπαμπά» ή σε ελεύθερη μετάφραση «Σοφούλα κόρη μου».
Οι στίχοι του τραγουδιού «ΣΟΦΚΑ ΝΑ ΤΑΤΚΟ» ή απλά «Σόφκα» είναι αποτέλεσμα σκωπτικής στιχομυθίας μεταξύ γυναικών με αφορμή ένα αληθινό γεγονός το οποίο συνέβη το καλοκαίρι του 1925 στο χωριό Γρίβα (Κρίβα) του Κιλκίς (Κούκουςς) με «πρωταγωνίστρια» την εγκυμονούσα Σόφκα.

Για λόγους ταμπού εκείνης της εποχής, όσο ζούσε η Σόφκα, το τραγούδι (το οποίο αναφέρεται στην εγκυμοσύνη της Σόφκα) δεν ακουγόταν δημοσίως σε γάμους & πανηγύρια. Τραγουδιόταν μόνο μέσα στα σπίτια όταν οι γυναίκες και οι κοπέλες του χωριού έπλεκαν και κεντούσαν τα βράδια, όταν δηλ. έκαναν ποτ-πρέτκα (= εργασία κατά τη διάρκεια της νύχτας).

Όταν ο πατέρας της Σόφκα, έμαθε από τον γιατρό  ότι η κόρη του περιμένει παιδί (ја мома ја дета = ή κορίτσι ή αγόρι) την προετοίμασε να γίνει νύφη και μητέρα. Όλη αυτή η αληθινή ιστορία εξιστορείται στους στίχους του τραγουδιού «Σόφκα», που θα διαβάσετε παρακάτω.

Από το 1925 και για πολλές δεκαετίες το τραγούδι «ΣΟΦΚΑ ΝΑ ΤΑΤΚΟ» διασώθηκε προφορικά από στόμα σε στόμα περνώντας, έτσι, από γενιά σε γενιά φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. 

Για πρώτη φορά η καταγραφή του τραγουδιού σε χαρτί έγινε το 1984. Μια δεύτερη καταγραφή του τραγουδιού, έγινε το 1995 από Γριβιώτες. Άλλη μια ηχογράφηση έγινε στο χωριό Πέτροβο (Άγιο Πέτρος) Κιλκίς.

Τα σημερινά βήματα του χορού «ΣΟΦΚΑ» είναι φολκλορικά. Η καταγραφή των βημάτων που έγινε στη Κρίβα, πριν χρόνια, ήταν με τον βηματισμό Γκαζανίτσκα – Λαζανίτσκα δηλ. όπως χορεύεται ο χορός Λισάβο.

Οι στίχοι του τραγουδιού (η κάθε στροφή αποτελείται από τον ίδιο στίχο πρώτα στην ελληνική απόδοσή του με φωνητικά, έπειτα στα σλαβικά και τέλος στην ελληνική μετάφρασή του):

Στάνι κι όϊμε, Σόφκε να τάτκο, να γκράντα Γκουμεντζζια.
Стани ки ојме, Софке на татко, на града Гуменџа.
Σήκω θα πάμε, Σοφούλα κόρη μου, στην πόλη Γουμένισσα.

Ωχ αμαν - αμαν, μπέλα Σοφιο, να γκράντα Γκουμεντζζια.
Ох аман аман, бела Софио, на града Гуменџjа.
Ωχ αμαν – αμαν, άσπρη Σοφία, στην πόλη Γουμένισσα.

Τάμο κι οϊμε, Σοφκε να τατκο, να ικιμτζζιατα.
Таму ки ојме, Софке на татко, на икимџијата.
Εκεί θα πάμε, Σοφούλα κόρη μου, στο γιατρό.

Ωχ αμαν - αμαν, μπέλα Σοφιο, να Γκόνο Ρούσιν.
Ох аман аман, бела Софио, на града Гуменџа.
Ωχ αμαν – αμαν, άσπρη Σοφία, στον Γκόνο Ρουσίν* 
*(γιατρός από τη Γουμένισσα)

Ον ντα νι καζια, Σοκφε να τατκο, σιο τιε μπολκατα.
Он да ни каже, Софке на татко, што ти е болката.
Αυτός να μας πει, Σοφούλα κόρη μου, ποια είναι η αρρώστια σου.

Ωχ αμαν - αμαν, μπελα Σοφιο, σιο τιε μπολκατα?
Ох аман аман, бела Софио, што ти е болката?
Ωχ αμαν – αμαν, άσπρη Σοφία, ποιά είναι η αρρώστια σου?

Κάζζι νι κάζζι, Γκόντσε να Μπάϊο, σιο μου ε μπόλκατα?
Кажи ни, кажи Гонче на бајо, што му е болката?
Πες μας, πες Γκόντσσε να Μπάϊο**, ποιά είναι η αρρώστια της;
**(ο αδερφός του πατέρα, δηλ. ο θείος.)

Ωχ αμαν - αμαν, Γκόντσε να Μπάϊο, Σοφκιντα μπολκα.
Ох аман - аман, Гонче на бајо, Софкинта болка.
Ωχ αμάν – αμάν, Γκόντσσε να μπάιο, της Σοφίας την αρρώστια.

Σοφκιντα μπολκα, μιλε μπάϊ Ντινο, ια μομα ια ντετα.
Софкинта болка, миле бај Дино, ја мома ја дета.
Της Σοφίας η αρρώστια, αγαπητέ θείε Ντίνο, ή κορίτσι ή αγόρι.

Ωχ αμαν – αμαν, μιλε μπαϊ Ντίνο, ια μομα ια ντετα!
Ох аман аман, миле бај Дино, ја мома ја дета!
Ωχ αμάν – αμάν, αγαπητέ θείε Ντίνο, ή κορίτσι ή αγόρι!

Κουπι μι κουπι, τι μιλε τατκο, πιπελοφ φουσταν.
Купи ми купи, ти миле татко, пипелоф фустан.
Αγόρασέ μου αγόρασε, εσύ αγαπητέ πατέρα, σταχτί φόρεμα.

Ωχ αμαν – αμαν, σιαρενα πολκα, ζα μλαντα νεβεστα.
Ох аман – аман, шарена полка, за млада невеста.
Ωχ αμάν – αμάν, χρωματιστή πόλκα***, για νεαρή νύφη.
***(μάλλινο γυναικείο πανωφόρι)

Τεμπε νε τι λιτσια, Σοφκε να τατκο, ζα πολκα σιαρενα.
Тебе не ти лича, Софке на татко, за полка шарена.
Εσένα δεν σου ταιριάζει, Σοφούλα κόρη μου, για πόλκα χρωματιστή.

Ωχ αμαν – αμαν, μπελα Σοφιο, ζα πιπελοφ φουσταν.
Ох аман – аман, бела Софи0, за пипелоф фустан.
Ωχ άμαν – άμαν, άσπρη Σοφία, για σταχτί φόρεμα.

Τεμπε τι λιτσια, Σοφκε να τατκο, ζα μπελα λιγκαρκα.
Тебе ти лича, Софке на татко, за бела лигарка.
Εσένα σου ταιριάζει, Σοφούλα κόρη μου, για άσπρη λίγκαρκα****.
****(Κυρίως νυχτερινή φορεσιά για άνδρες και γυναίκες. 
Φοριόταν και σε άλλες περιπτώσεις. Unisex ρούχο θα το λέγαμε σήμερα. 
Οι άντρες, όταν το φορούσαν, συνήθιζαν να δένουν στη μέση ένα ζωνάρι. Το φορούσαν, επίσης, τα παιδιά επί καθημερινής βάσης.)

Ωχ αμαν – αμαν, ζα μπελα λιγκαρκα, οτ μπαμπατα Λιταρκα.
Ох аман – аман, бела лигарка, од бабата Литарка.
Ωχ άμαν – άμαν, για άσπρη λιγκαρκα , απ΄ την μπάμπο Λιτάρκα*****.
*****(η μπάμπο Λιταρκα ήταν ράφτρα.)

Τεμπε τι λιτσσια, Σοφκε να τατκο, ζα λιουλκα σσιαρενα.
Тебе ти лича, Софке на татко, за лулка шарена.
Εσένα σου ταιριάζει, Σοφούλα κόρη μου, για κούνια χρωματιστή.

Ωχ αμαν – αμαν, σσιαρενα λιουλκα, οτ μπαμπ’τα Φοτουλκα.
Ох аман – аман, шарена лулка, од бабата Фотулка.
Ωχ άμαν – άμαν, χρωματιστή κούνια, απ’ τη μπάμπο Φοτούλκα.

Τεμπε τι λιτσσια, Σοφκε να τατκο, ζα ποβοϊκα σσιαρενα.
Тебе не ти лича, Софке на татко, за повојка шарена.
Εσένα σου ταιριάζει, Σοφούλα κόρη μου, για ποβοϊκα****** χρωματιστή.
******(το μωρουδιακό φασκιόπανο.)

Ωχ αμαν – αμαν, ποβοϊκα σσιαρενα οτ μπαμπατα Μποϊκα.
Ох аман – аман, повојка шарена од бабата Бојка.
Ωχ αμάν – αμάν, ποβοϊκα χρωματιστή από την μπάμπα Μπόϊκα.

Τσαρβενι παπουτσσκι, Σοφκε να τατκο, οτ Καρπουτσουβα.
Царвени папучки, Софке на татко, од Карпучува.
Κόκκινα παπουτσάκια, Σοφούλα κόρη μου, από τους Καρπουτσσουβα.

Καρτα σιαρλαγκαν οτ βαγκλιναρ βαλκαν, οτ Μουχτσιβτου ντουκιαν.
Карта шарлаган од ваглинар Балкан, од Мухцнвту дукјан.
Κάρτα ελαιόλαδο από τον καρβουνιάρη Βαλκάνη, από το Μούχτσιβτου μαγαζί*******. 
*******(το κατάστημα "Μουχτσιβτου ντουκιαν" υφίστατω από τον 19ο αιώνα. 
Το κτήριο σώζεται μέχρι σήμερα.)





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μενεξέδες και ζουμπούλια

Κόνιαλι ή Χορός των κουταλιών